Αρχείο

Archive for Δεκέμβριος 2012

Βιβλιοκριτική: «Γεώργιος Νέγρος: Ο Τίγρης του Αιγαίου» του Τέου Ρόμβου

Δεκέμβριος 25, 2012 Σχολιάστε

Γεώργιος Νέγρος: Ο Τίγρης του Αιγαίου

Τέος Ρόμβος

Πανοπτικόν

2012

Image

Πρόκειται για το τελευταίο μυθιστόρημα του αγαπημένου φίλου Τέου Ρόμβο. Η ανάγνωσή του υπήρξε ανορθόδοξη αφού πρώτα άκουσα τι είχαν να πουν γι αυτό άλλοι αλλά κυρίως ο ίδιος ο Τέος κατά τη διάρκεια της βιβλιοπαρουσίασης που έλαβε μέρος στο Αυτόνομο Στέκι πρόσφατα κι έπειετα το διάβασα. Ως εκ τούτου όσο κι αν προσπαθούσα να το διαβάσω υπό το δικό μου αυτόνομο πρίσμα η συζήτηση που είχε προηγηθεί τριγυρνούσε στο μυαλό μου.

Η γραφή. Απλά εξαιρετική, μου θύμησε τη ντοπιολαλιά των προγόνων μου πίσω στη μεγαλόνησο σε τέτοιο βαθμό που εάν δεν ήξερα τον συγγραφέα θα νόμιζα πως γράφτηκε από κάποιο γλωσσολόγο ειδικευμένο στις νησιωτικές διαλέκτους.

Ο χωροχρόνος. Μια ανθρωπο(γεω)γραφία του Αιγαίου δυο αιώνες πριν. Ανασύνθεση των νησιών, των χωριών και πόλεων και κυρίως των ανθρώπων, όχι μόνο ως άτομα αλλά και των οικονομικών και κοινωνικών συσσωματώσεων της εποχής με αναφορές στη διάταξη των δυνάμεων, τόσο των εξωγενών (ξένες δυνάμεις, οθωμανική αυτοκρατορία, ελληνικό κράτος) όσο και των ενδογενών εντός των τοπικών (νησιωτικών) κοινωνιών.

Το θέμα. Ένας πειρατής, ο Γεώργιος Νέγρος, αφηγείται…Μέσα από την αφήγηση ο Νέγρος δεν εξιστορεί απλά τις περιπέτειες του και αυτές των συντρόφων του αλλά τη σχέση του με την εξουσία, την αλληλεγγύη, την απέχθεια προς τη βία ασχέτως εάν είναι αναγκαία. Η ιστορία του Νέγρου, υπαρκτού προσώπου, και αυτή του συγγραφέα συναντιούνται. Δυο ανυπότακτα πνεύματα εξιστορούν μια και μοναδική ιστορία. Η ζωή, τα βιώματα και οι ιδέες του ενός αποτελούν το προϊόν αφήγησης του άλλου. Μια ενδιαφέρουσα πτυχή αποτελεί η αρχική στάση του Νέγρου έναντι των Ελλήνων, μιας και όντας καταπιεσμένοι θεωρούσε πως θα έπαιρναν θέση δίπλα του ενάντια στους καταπιεστές. Κάτι το οποίο δεν ίσχυσε μέχρι τέλους και βλέπουμε μια μεταστροφή του Νέγρου λίγο πριν το τέλος όταν αντιλαμβάνεται πως η προδοσία ή η αλληλεγγύη είναι παντελώς ανεξάρτητη από την εθνική καταγωγή.

Εάν επιμείνει κάποιος στα στοιχεία της γλώσσας, της αναπαράστασης του Αιγαίου ή και της πειρατείας παρότι όντως φαντάζουν εκ πρώτης όψεως να παίζουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο έργο του Ρόμβου έχει χάσει την ουσία. Ο Ρόμβος προσπαθεί μέσα από τις σελίδες του βιβλίου να αναδείξει τη συλλογικότητα αλλά και τα χαρακτηριστικά της αλληλεγγύης και της πάλης ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας αλλά και ενάντια στο φετιχισμό της βίας. Μόνο με αυτό τον τρόπο η ουτοπία παραμένει ζωντανή και ίσως πάψει μια μέρα να αποτελεί ουτοπία.

ΥΓ Όταν ήμουν μικρός πάντα ήθελα το πειρατικό καράβι των Lego. Η πολυεθνική των παιχνιδιών πιθανώς μετά από έρευνες αναγνώρισε πως η ανυπότακτη φύση της παιδικότητας θα οδηγούσε τα παιδιά στο να επιλέγουν το πειρατικό από το καράβι των διωκτών τους και ως εκ τούτου το κοστολογούσε πιο ακριβό. Έτσι κατέληξα με το καράβι των “καλών”, που ήταν πιο φθηνό και κομφορμιστικό, άνευ φαντασίας…από τότε είχα ένα αποθημένο σε σχέση με τους πειρατές και εν μέρει ικανοποιήθηκε από την ανάγνωση του βιβλίου. Ευχαριστώ Τέο!

ΥΓ2 Ένα πολύ μεγάλο κομμάτι των πρωτογενών πηγών που χρησιμοποιήθηκαν για τη συγγραφή του βιβλίου έγιναν διαθέσιμες από τον συγγραφέα στο προσωπικό του ιστολόγιο http://romvos.wordpress.com και αποδεικνύει για άλλη μια φορά στην πράξη μια βασική ρήση που θεωρώ πως τον χαρακτηρίζει βάση της σύντομης γνωριμίας μας, και αυτή δεν είναι άλλη από την omnia sunt communia.

Όλοι μαζί, τώρα!

Δεκέμβριος 24, 2012 Σχολιάστε

Όλοι μαζί, τώρα!

Γιώργος Κοτανίδης

Καστανιώτης

 2011 


Image

 

Στην πρώτη βιβλιοπαρουσίαση της αυτοβιογραφίας του, στο Κέντρο Λόγου και Τέχνης 104, ο Γιώργος Κοτανίδης ανέφερε ως προς τους λόγους που τον ώθησαν στη συγγραφή της τα εξής: «Με βασάνιζε ένα παρελθόν και ήθελα να το βάλω σε τάξη». Παρότι αδύνατο να γνωρίζουμε κατά πόσο τα κατάφερε να το βάλει σε τάξη, είναι τουλάχιστον ορατή η αναμέτρηση του Κοτανίδη με το παρελθόν του από την πρώτη έως και την τελευταία σελίδα.


Η στρατευμένη τέχνη, αλλά κυρίως η (πολιτική) στράτευση εναντίον της τέχνης και αντίστροφα, βρίσκονται σε μια συνεχή διαπάλη μέσα του για μια τουλάχιστον δεκαετία. Ενίοτε αυτό το δίπολο το βάζει αντιπαραθετικά ο ίδιος, κάποτε όμως τίθεται από τρίτους, τους συντρόφους στο ΕΚΚΕ (Επαναστατικό Κομμουνιστικό Κίνημα Ελλάδας) ή τους συνεργάτες του στο (Ελεύθερο) Θέατρο. Ως εκ τούτου, είναι απολύτως φυσικό αυτό το δίπολο να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην αφήγησή του.


Το έργο βρίθει αναφορών σε συναδέλφους, συντρόφους, αλλά και ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών οι οποίοι με διαφορετικό τρόπο και για διαφορετικούς λόγους καθόρισαν το είναι του. Ενδιαφέρον έχει η προσπάθεια του συγγραφέα να κάνει όχι μόνο εκ των υστέρων κρίσεις για πρόσωπα και γεγονότα, αλλά και η ταυτόχρονη προσπάθειά του να παρουσιάσει το τότε υπόβαθρο των εκάστοτε πράξεων. 


Το Όλοι μαζί, τώρα! είναι ένα βιβλίο που διαρκώς ακροβατεί. Μεταξύ ατομικού και συλλογικού, θεάτρου και πολιτικής –ή καλύτερα, κουλτούρας κι επανάστασης–, λογοτεχνίας και δοκιμίου, μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Προσπαθεί να κρατήσει μια ισορροπία που να μην αδικεί καμιά πτυχή της ζωής του. Θα έλεγε κανείς πως βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Τάσου Δαρβέρη, όπου ο συγγραφέας μετασχηματίζει τα πάντα γύρω από το προσωπικό ή αντιθέτως, την αυτοβιογραφία του Στέργιου Κατσαρού, η οποία έχει γραφτεί υπό το δόγμα «τα πάντα είναι πολιτική». Μια συνεχής ταλάντευση μεταξύ Μπρεχτ και Μάο Τσετούνγκ, όπου η μια ή η άλλη επιλογή ήταν πάντα επώδυνη. 


Είναι εμφανές πως ο συγγραφέας δεν περιορίζεται στην από μνήμης εξιστόρηση των γεγονότων, αλλά πως έχει ανατρέξει σε πηγές για να ενισχύσει και να τεκμηριώσει τις μνήμες αυτές. Έτσι αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία ένα πόνημα για μια περίοδο της σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδας η οποία δεν έχει ακόμη μελετηθεί ενδελεχώς, αυτή των δεκαετιών 1960-1970 και κύρια για την περίοδο της δικτατορίας. Παρά τον πλούτο των πληροφοριών, η ρέουσα λογοτεχνική γραφή του Κοτανίδη μαγνητίζει τον αναγνώστη και κάνει το βιβλίο να διαβάζεται απνευστί!


Πέραν των συμβάντων που ανήκουν στη σφαίρα του προσωπικού και τα οποία περιγράφει, υπάρχει μόνιμη παρουσίαση του κοινωνικού γίγνεσθαι και της επίδρασής του πάνω στον συγγραφέα, από τη δολοφονία του Λαμπράκη στην οποία παρολίγο να υπάρξει αυτόπτης μάρτυρας και τη δράση της ΕΚΟΦ, μέχρι τη δικτατορία. 


Στις σελίδες του βιβλίου ο Κοτανίδης εξιστορεί την πρώτη παράσταση αλλά και την εξέλιξη του Ελεύθερου Θεάτρου, τη σύντομη –αλλά γεμάτη εμπειρίες και φιλίες– φοιτητική ζωή του στη Θεσσαλονίκη, τη φοίτηση στο Εθνικό Θέατρο και συνάμα τη ζωή στην Αθήνα μέσα από τα μάτια ενός νέου της εποχής, τη ζωή στη δικτατορία ως πολιτικό υποκείμενο ενάντια σε ένα φασιστικό καθεστώς, ως καλιτέχνης ενάντια σε ένα σύστημα αυταρχισμού και λογοκρισίας, ως ένας νέος άνθρωπος που ονειρεύεται τα πάντα ενάντια σε αυτούς που προσπαθούν να του στερήσουν και το παραμικρό.


Αναφέρεται τόσο στη δράση του ΕΚΚΕ και του Ελεύθερου Θεάτρου –τις διηγήσεις για το οποίο συνοδεύει σπάνιο φωτογραφικό υλικό από παραστάσεις της περιόδου– όσο και στη δραστηριότητα των εκδόσεων Κείμενα του Φίλιππου Βλάχου με τον οποίο συνδεόταν φιλικά και που έπαιξε καταλυτικό ρόλο τόσο για τη «γνωριμία» του ιδίου με τον Χουρμούζη όσο και του Ελεύθερου Θεάτρου με τον Πέτρο Μάρκαρη. Μέσα από τις αλλεπάλληλες ιστορίες περί πολιτισμού και πολιτική περιγράφει την καθημερινότητα των νέων της περιόδου, μια καθημερινότητα τελείως διαφορετική από τη σημερινή. Ακόμη, περιγράφει τη σύλληψή του και τα βασανιστήρια, τη ζωή με τους συγκρατούμενούς του, όπως ο Χρόνης Μίσσιος και ο Αντώνης Λιάκος, και τις σχέσεις με τους δεσμοφύλακες, «καλούς» και κακούς. Στη φυλακή η μεγαλύτερη κόντρα την οποία περιγράφει –παρότι το ΚΚΕ είχε ήδη διασπαστεί, εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις είχαν σχηματιστεί από καιρό και άρα οι συζητήσεις για το ποια θα πρέπει να είναι η μορφή του αντιδικτατορικού αγώνα είχαν φουντώσει–, ήταν για τον ποδοσφαιρικό τελικό του Κυπέλου Ελλάδας, ανάμεσα στον Ολυμπιακό του εφοπλιστή Γουλανδρή και τον αδικημένο ΠΑΟΚ. Ο Κοτανίδης ως ΠΑΟΚτζής αλλά και πολιτικό υποκείμενο, μαζί με τους υπόλοιπους συγκρατούμενους οπαδούς της ομάδας του βορρά –ή αντιπάλους της ομάδας του λιμανιού– έδωσαν πολιτική χροιά στην επιλογή τους, δηλώνοντας γραπτά «ΠΑΟΚ, μεγάλη προλεταριακή ομάδα, σκίσε το εφοπλιστικό κεφάλαιο». Αυτή είναι μόνο μια από τις χιουμοριστικές ιστορίες με τις οποίες διανθίζει το βιβλίο ο Κοτανίδης και που δείχνουν την ανθρώπινη διάσταση μιας εν πολλοίς απάνθρωπης περιόδου, όπως αυτή της δικτατορίας των συνταγματαρχών.


Τα χρόνια που εξιστορεί ο Κοτανίδης συνοψίζονται, άθελά του ίσως, στην ίδια την αφιέρωση που κάνει πριν καλά-καλά ξεκινήσει την αφήγησή του, όταν αναφέρεται στους «συνεργάτες του Ελεύθερου Θεάτρου που πίστεψαν στο όραμα της ομαδικότητας» και «[σ]τους συντρόφους του ΕΚΚΕ που πίστεψαν στην επαναστατική ουτοπία». Η ομαδικότητα/συλλογικότητα, πολιτική, πολιτιστική ακόμη και κοινωνική, μιας και οι συγκατοικήσεις, οι παραχωρήσεις καταλυμάτων προς πάσα χρήση σε φίλους, συναδέλφους και συντρόφους και τα σπίτια-κέντρα διερχομένων αποτελούσαν τότε τον κανόνα κι όχι την εξαίρεση, είναι το κεφάλαιο που περιγράφει ο συγγραφέας και που αναλογίες του μπορούν να βρεθούν για το σύνολο της (ελληνικής) νεολαίας που ριζοσπαστικοποιήθηκε στα χρόνια των δεκαετιών ’60-’70.

Βιβλιοπαρουσίαση που δημοσιεύτηκε στο ένθετο «Δρόμοι της Ιστορίας», με την εφημερίδα Δρόμος, στις 8 Δεκεμβρίου 2012.