Αρχείο

Archive for the ‘Uncategorized’ Category

Γεώργιος Κηπιώτης: Ένας φίλος των παιδιών

Δεκέμβριος 27, 2016 Σχολιάστε

Γεώργιος Κηπιώτης: Ένας φίλος των παιδιών

Τέος Ρόμβος & Μιντιλού

Πανοπτικόν 2016

15542392_10153988257690685_5159620329778319629_n

Θεωρώ σχεδόν απίθανο κάποιος ο οποίος αντικρύζει το συγκεκριμένο βιβλίο να θεωρήσει πως είναι κάτι το οποίο θα λαχταρούσε να διαβάσει. Ο τίτλος, παρότι ακριβέστατος ως προς την περιγραφή της κεντρικής μορφής του βιβλίου είναι συνάμα παραπλανητικός μιας και δεν υπονοεί καν το πόσο πολύπλευρη είναι αυτή η προσωπικότητα, και ως εκ τούτου τα πόσα άκρως ενδιαφέροντα ζητήματα πραγματεύεται το πόνημα αυτό των Ρόμβου, Μιντιλού και Κηπιώτη. Ακόμη κι αν κάποιος δεν σταθεί στον τίτλο και το φυλλομετρήσει, πιθανώς να διστάσει μπροστά στις αμέτρητες σελίδες της καθαρεύουσας. Κι όμως, οι συγγραφείς συνέθεσαν με τέτοιο τρόπο τα αρχειακά τεκμήρια ούτως ώστε το βιβλίο να έχει ροή και ρυθμό. Μάλιστα η εναλλαγή των ζητημάτων τα οποία πραγματεύεται το κάθε κεφάλαιο, σε συνδυασμό με τα αναστοχαστικά δοκίμια του Ρόμβου, κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Η προσφορά του Τέου Ρόμβου στην σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία είνα αδιαμφισβήτη, τουλάχιστον για όσους τον διαβάζουν. Στο προηγούμενό του βιβλίο, το Γεώργιος Νέγρος: Ο τίγρης του Αιγαίου απέδειξε πως εάν δεν γινόταν ένας εξαιρετικός συγγραφέας θα μπορούσε να γίνει ένας εξίσου εξαιρετικός ιστορικός γλωσσολόγος, επανασυνθέτοντας την γλώσσα του Αιγαίου κατά τον 19ο αιώνα με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε θα μπορούσε εύκολα να μας πείσει ότι πρόκειται για τα χειρόγραφα κάποιου που ανευρέθησαν κάπου στη Σύρα, όπως έγινε με το αρχείο του Κηπιώτη. Αυτό το τελευταίο αποτέλεσε άλλωστε την αφορμή αλλά και το υλικό για το παρόν βιβλίο. Σε αυτό ο Ρόμβος και η Μιντιλού μας παρέχουν επί της ουσίας δυο βιβλία κι όχι ένα.

Οι συγγραφείς μέσω της αρχειακής σταχυολόγησης μας παρέχουν ένα συνεκτικό ιστορικό αφήγημα. Αυτό αποτελεί την πορεία της ζωής του Γεωργίου Κηπιώτη, ή καλύτερα αυτό της νεώτερης Ελλάδας μέσω της ζωής του Κηπιώτη. Ο Κηπιώτης, θεολόγος αλλά κυρίως γυμναστής, ευφορούμενος από τον ελληνικό μεγαλοϊδεατισμό—τον εθνικισμό δηλαδή του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα—προκειμένου να υπηρετήσει τις ιδέες του ταξίδεψε και τοποθετήθηκε σε μια σειρά από περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας προκειμένου να αφυπνίσει εθνικά τους εκεί πληθυσμούς. Εν τέλει, από μια σειρά από συγκυρίες, σχετιζόμενες και με τις πολιτικές εξελίξεις και τον εθνικό διχασμό—καθότι δεδηλωμένος Βενιζελικός—βρέθηκε στη Σύρο όπου και παρέμεινε επί της ουσίας μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο Κηπιώτης υπήρξε ιδεολόγος, φυσιολάτρης, και αφοσιωμένος στη νέα γενιά. Την τελευταία την υπηρέτησε ως γυμναστής, δάσκαλος, πρόσκοπος, αλλά κυρίως ως φίλος. Μέσα από τα κείμενά του, την αλληλογραφία του με συγγενείς και φίλους, πολλοί εκ των οποίων ήταν μαθητές του ή πρόσκοποί του, παρακολουθούμε την κοινωνική και ιστορική εξέλιξη της νεώτερης Ελλάδας αλλά και της Ευρώπης, τις επιδράσεις των πολέμων και των οικονομικών κρίσεων στην Ελληνική, αλλά όχι μόνο, κοινωνία. Παρακολουθούμε λ.χ. την γεωγραφική ανάπτυξη του Ελληνικού κράτους μέσω των Βαλκανικών πολέμων αλλά και την συρρίκνωσή του μετά την αποτυχημένη ιμπεριαλιστική εκστρατεία της δεκαετίας του ’20. Βλέπουμε τα αποτελέσματα του Εθνικού Διχασμού με τις συνεχείς απολύσεις και μεταθέσεις δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και τις συλλήψεις και τραμπουκισμούς κατά των αντιφρονούντων. Γίνεται θεατή
η βίωση της κρίσης του μεσοπολέμου από τα λαϊκά και μικροαστικά στρώματα αλλά και το μέγεθος της επισιτιστικής κρίσης κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Αυτά είναι ορισμένα από τα ζητήματα και γεγονότα τα οποία θίγονται μέσω της πορείας του βίου του Κηπιώτη.

Ταυτόχρονα με την εξέλιξη του βιβλίου έχουμε μια σειρά από αναστοχαστικά δοκίμια του Τέου Ρόμβου. Τα δοκίμια αυτά πραγματεύονται ζητήματα τα οποία θίγονται στο βιβλίο, όπως ο πατριωτισμός και ο εθνικισμός τόσο γενικά όσο και ειδικά ως προς την περίπτωση της Μακεδονίας. Τα ζητήματα της πολιτικής, της παιδείας, της στρατιωτικοποίησης της ζωής μέσω της πραγμάτευσης του προσκοπισμού είναι ακόμη μερικά ζητήματα πάνω στα οποία στοχάζεται και ταυτόχρονα αυτοαναλύεται ο Ρόμβος. Επιπλέον γίνεται αναφορά και ζητήματα όπως ο έρωτας και ο θάνατος με τη βαθιά προσωπική και συνάμα βαθιά διεισδυτική ματιά του συγγραφέα.

Θα ήταν παράληψη να μην αναφερθώ στην άκρως προσεγμένη έκδοση και αξίζουν συγχαρητήρια στους συνεπιμελητές, Κώστα Δεσποινιάδη και Χαρά Πελεκάνου. Στον πρώτο αξίζουν επιπλέον συγχαρητήρια γιατί μας παρέδωσε μια έκδοση που την σήμερον ημέρα μάλλον θα παρέμενε σε κάποιο συρτάρι όπως τα αρχεία του Κηπιώτη μέχρι να τα βρει κάποιος Τέος και κάποια Χαρά μιας μεταγενέστερης εποχής.

 

Χρίστος Μάης

Advertisements

Ο κόσμος των κόμιξ, καρέ καρε

Ιουλίου 27, 2013 Σχολιάστε

Φαντάζει οξύμωρο το να χαρακτηρίσει κανείς ως τομή ένα βιβλίο που πραγματεύ- εται ένα είδος αναγνώσματος που απασχολεί μόλις το 5% του, ούτως ή άλλως πε- ριορισμένου, ελληνικού αναγνωστικού κοινού. Παρόλα αυτά Τα ελληνικά comics αποτελούν τομή στην ελληνική βιβλιογραφία. Ο βασικός λόγος για ένα τέτοιο ισχυρισμό αποτελεί το γεγονός πως πρόκειται για ένα επιστημονικό έργο το οποίο ανήκει στην οικογένεια των πολιτισμικών σπουδών, εν πολλοίς αγνοημένων ή και υποτιμημένων στην Ελλάδα. Σε μεγάλο βαθμό, τέτοιου τύπου έργα γράφονται είτε από άτομα του αντίστοιχου χώρου και είναι κατά βάση βιωματικά, είτε από ακαδημαϊκούς με μικρή επαφή με το αντικείμενο τα οποία τους οδηγούν είτε σε αυθαίρετα –λόγω άγνοιας– συμπεράσματα είτε ακριβώς λόγω αυτής της άγνοιας, τους λείπει η γλαφυρότητα και η ανάγνωσή τους αποτελεί καταναγκασμό.

Ο Soloup καταφέρνει, παρότι πρόκειται για έναν ογκώδη τόμο, να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ακόμη κι αν δεν πρόκειται για κάποιο φανατικό των comics ή ακόμη κι αν είναι τέτοιος. Κι αυτό γιατί καταφέρνει να κρατάει μια ισορροπία εν γένει, ανάμεσα στην αφήγηση από την πλευρά του επιστημονικού ερευνητή (πρόκειται για την προσφάτως εκπονηθείσα διδακτορική του διατριβή στο τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου) αλλά και του ενεργού υποκειμένου της κοινότητας των comics, όντας ο ίδιος τόσο αναγνώστης όσο και δημιουργός comic ή εικονογράφος κατά το ελληνικότερον, αλλά και παρουσιαστής της ελληνικής σκηνής των comics με συνεντεύξεις που πήρε επί του θέματος τόσο στο πλαίσιο του περιοδικού Γαλέρα όσο και του περιοδικού ως3. Η διττή σχέση του συγγραφέα με το έργο το κάνει από τη μια ευχάριστο το ανάγνωσμα, μιας και ο συγγραφέας κατέχει το θέμα του κι άρα η ροή του λόγου του είναι σχεδόν φυσική και συνάμα λόγω της επιστημονικής προσέγγισης, τίθενται ερωτήματα που ξεφεύγουν από μια περιγραφή –όσο ενδιαφέρουσα κι αν είναι αυτή– στην οποία συνήθως (εμ)μένουν οι λάτρεις του είδους. Αξιόλογη είναι και η προσπάθεια για ποσοτική όσο και για ποιοτική συγκέντρωση και ανάλυση όσο και για ποιοτική της ελληνικής παραγωγής comics. Στα θετικά του έργου προστίθεται ακόμη η εξαιρετική επισκόπηση της ελληνικής βιβλιογραφίας σε σχέση με το είδος που περιλαμβάνει πέραν των δημοσιευμένων έργων και άρθρων, αδημοσίευτες μεταπτυχιακές διπλωματικές και διδακτορικές διατριβές.

Μια ένσταση αφορά στην περιοδολόγηση, η οποία κάνει χρήση της πολιτειακής αλλαγής του Ιουλίου 1974, γνωστή κι ως μεταπολίτευση, ως σημείου εκκίνησης. Η επιμονή στη χρήση της μεταπολίτευσης ως σημείου μηδέν που διατρέχει μια σειρά από επιχειρήματα και αφηγήσεις σε σχέση με την εξέλιξη του ευρύτερου χώρου και κόσμου των ιδεών, και που άρα δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο έργο, οφείλει να θεωρείται πλέον ξεπερασμένη. Κι αυτό διότι είναι πλέον γνωστό πως μια σειρά από διεργασίες έχουν ήδη εκκινήσει τουλάχιστον από την περίοδο της δικτατορίας. Στο προκείμενο, θα πρέπει να πούμε πως τα διάφορα έντυπα του Λεωνίδα Χρηστάκη, τα οποία δυστυχώς απουσιάζουν –τόσο τα προ 1974 λόγω περιοδολόγησης αλλά και τα της μεταπολιτευτικής περιόδου– αποτέλεσαν τον καμβά πάνω στον οποίο πρωτοεμφανίστηκαν αρκετοί εικονογράφοι, ορισμένους εκ των οποίων συναντάμε στις σελίδες του βιβλίου αυτού και μάλιστα σε νεαρή ηλικία. Τα έντυπα του Χρηστάκη παρότι δεν αποτελούν περιοδικά που ασχολούνται αποκλειστικά με comics, πιθανό λόγω και του γεγονότος πως πάντα έδινε ειδικό βάρος στη γραφιστική πλευρά των εντύπων του, ήταν φίλα προσκείμενα προς αυτά και μάλιστα φιλοξένησαν ουκ ολίγες πρώτες δουλειές και έργα σκιτσογράφων και μάλιστα νεαρής ηλικίας. Ο Ηλίας Πολίτης κι ο Λάζαρος Ζήκος εμφανίζονται το 1972 και το 1973 αντίστοιχα στις σελίδες του περιοδικού Κούρος ο πρώτος και του Panderma ο δεύτερος σε ηλικία μόλις 19 ετών, και ο Νίκος Λυμπερόπουλος (Liber) σε ηλικία μόλις 16 ετών επίσης στον Κούρο. Έργα τους θα δούμε και σε άλλα περιοδικά εγχειρήματα του Χρηστάκη, το γνωστότερο των οποίων δεν είναι άλλο από το μεταπολιτευτικό Ιδεοδρόμιο –το οποίο πρώτο υιοθέτησε στην Ελλάδα το σχήμα περιοδικό-εφημερίδα το οποίο μετέπειτα χρησιμοποίησε και η Πράσινη Γάτα στην οποία κάνει αναφορά ο Soloup– αλλά και άλλων, όπως η Τρύπα και στην οποία γίνεται αναφορά στο βιβλίο.

Αντί επιλόγου, θα λέγαμε πως αναμένουμε με ανυπομονησία να διαβάσουμε το επόμενο βιβλίο του Soloup που σύμφωνα με τον ίδιο αποτελεί προέκταση της παρούσας μελέτης με τίτλο Γελοιογραφία και Κόμικς – Αναζητώντας τον Homo Cartoonist.

 

H βιβλιοκριτική δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ, (Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013)

Ο τίτλος ανήκει στ-ον/ην επιμελητή/επιμελήτρια του άρθρου.

Η πρόσληψη του φύλου από τον 19ο αιώνα ώς σήμερα: Η βιβλιογραφία για το γυναικείο κίνημα πλουτίζεται

Ιουνίου 21, 2013 Σχολιάστε

Τον Απρίλιο του 2013 κυκλοφόρησε ο συλλογικός τόμος «(Αντι)μιλώντας στις βεβαιότητες. Φύλα, αναπαραστάσεις, υποκειμενικότητες», μια έκδοση του «Ομίλου για τη Μελέτη της Ιστορίας και της Κοινωνίας» την οποία επιμελήθηκαν μέλη της «Ομάδα Φύλου» που δραστηριοποιείται εντός του ομίλου.

Η έκδοση αποτελεί το «κλείσιμο» ενός κύκλου που άνοιξε δύο χρόνια πριν, τον Απρίλιο του 2011, με την άκρως επιτυχημένη ημερίδα που διοργάνωσαν τότε η «Ομάδα Φύλου» και ο «ΟΜΙΚ». Οπως επισημαίνουν οι επιμελήτριες και ο επιμελητής στην εισαγωγή του τόμου (Δήμητρα Βασιλειάδου, Παναγιώτης Ζεστανάκης, Μαρία Κεφαλά, Μαρία Πρέκα), δεν πρόκειται απλά για μια έκδοση πρακτικών, μια και «τα αρχικά κείμενα των ανακοινώσεων υποβλήθηκαν σε πολλαπλές επεξεργασίες, διευρύνθηκαν σε έκταση, άνοιξαν τους ορίζοντές τους σε επιπλέον ερωτήματα και αναλυτικά εργαλεία, ανταποκρίθηκαν, τελικά, στις αυξημένες προσδοκίες που δημιούργησαν οι αλλεπάλληλες αναψηλαφήσεις τους».

Γιατί όμως να θεωρηθεί αυτή η έκδοση κάτι ξεχωριστό, καινοτόμο, ή έστω κάτι που να αξίζει να διαβαστεί; Μια και πολλοί αρέσκονται να μιλάνε για το τέλος της Μεταπολίτευσης ας πάμε πίσω στις αρχές της.

Πέρασαν 35 χρόνια από το άρθρο της Ελένης Βαρίκα στο τχ. 15 του περιοδικού «Διαβάζω» για το γυναικείο κίνημα. Η παρέμβαση της Βαρίκα έκλεινε με την (ελληνόγλωσση) βιβλιογραφία για το γυναικείο κίνημα, η οποία δεν ξεπερνούσε τη μία σελίδα, με 14 τίτλους Ελλήνων συγγραφέων και 25 ξένων, με τη συντριπτική πλειονότητά τους να εκδίδεται στη μεταπολιτευτική περίοδο. Από τότε προφανώς έχουν αλλάξει πολλά, η Βαρίκα βρίσκεται μόνιμα στο Παρίσι, το «Διαβάζω» έχει κλείσει και η σχετική βιβλιογραφία είναι πολύ πλουσιότερη. Παρ” όλα αυτά, το μεγαλύτερο μέρος της καταπιάνεται είτε με ζητήματα που άπτονται του φεμινισμού καθ” εαυτού είτε με έρευνες που μελετούν τη γυναικεία εργασία.

Η τομή που επιφέρει ο τόμος αυτό, συνίσταται στη διεπιστημονικότητα που διατρέχει το σύνολο των 10 κειμένων, γραμμένων από ανθρώπους με διαφορετικές γνωστικές αφετηρίες, όπως τα πεδία της ιστορίας, της ανθρωπολογίας και της φιλοσοφίας. Τα κείμενα πραγματεύονται ζητήματα που χρονολογικά εκκινούν από τα τέλη του 19ου αιώνα και φτάνουν μέχρι τις μέρες μας. Χωρίζονται σε τρεις επιμέρους θεματικές, που καταπιάνονται με ζητήματα ταυτότητας, λ.χ. η πρόσληψη του φύλου στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, κοινωνικές πρακτικές, όπως αυτή των κομμουνιστικών ρητορικών για τη γυναικεία εργασία, αλλά και έρευνες που αφορούν τις εννοιολογήσεις του «μη κανονικού», για παράδειγμα, όσον αφορά τη Σαπφώ, τη λεσβιακή λογοτεχνία και τον φεμινισμό στην Ελλάδα από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι τον Μεσοπόλεμο. Θα πρέπει επίσης να τονιστεί πως οι συντελεστές παραδίδουν στους αναγνώστες μια άρτια, φιλολογικά και γραφιστικά, έκδοση, αντάξια του περιεχομένου του τόμου.

Η παρούσα βιβλιοκρισία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών

Βιβλιοκρισία: «Aldo Moro: Η ομηρία» της Άννα Λάουρα Μπραγκέτι

Ιανουαρίου 17, 2013 Σχολιάστε

Aldo Moro: Η ομηρία

Άννα Λάουρα Μπραγκέτι, Πάολα Ταβέλα

Primus Εκδόσεις Καπάτου

1999

Image

Πρόκειται για ένα βιβλίο που διάβασα στις διακοπές και για το οποίο δεν σκόπευα να γράψω κάτι. Όχι γιατί δεν το βρήκα ενδιαφέρον, αντιθέτως ήταν ένα πολύ διαφωτιστικό βιβλίο όχι μόνο όσον αφορά στην υπόθεση της απαγωγής του Aldo Moro αλλά και γενικότερα για τις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Απλά λόγω έλλειψης χρόνου είχα πει να το αφήσω. Παρόλα αυτά ήρθε ο θάνατος του Πρόσπερο Γκαλινάρι, ενός εκ των εμπλεκομένων στην υπόθεση Μόρο, ο οποίος μάλιστα φέρεται να τον εκτέλεσε στο γκαράζ της γιάφκας όπου κρατήθηκε όμηρος ο Μόρο καθόλη τη διάρκεια της απαγωγής του. Τραγική ειρωνία, ο Γκαλινάρι βρέθηκε νεκρός στο γκαράζ του δικού του σπιτιού, από φυσικά αίτια κι όχι από σφαίρα βέβαια.

Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια κατάθεση της Μπραγκέτι που αφορά την συνολική της πορεία στις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Αναφέρεται στη δράση αλλά και την στράτευση εν γένει, λ.χ. την αντιμετώπιση των διαπροσωπικών σχέσεων στα πλαίσια των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Αναφέρεται επίσης στις σχέσεις των έξω με την φυλακισμένη ηγεσία, στην στρατηγική της έντασης και της (αυτοκτονικής για το κίνημα) μεταφοράς της επίθεσης στην «καρδιά του κράτους», όπως και τις σχέσεις και τις (ιδεολογικές και πολιτικές) διαφορές με άλλες ομάδες όπως η Φράξια Κόκκινος Στρατός (RAF) και τις Παλαιστινιακές οργανώσεις. Αρκετό ενδιαφέρον έχει η κριτική προς τη RAF ότι ήταν τριτοκοσμικοί αντιιμπεριαλιστές εν αντιθέση με τους ιδίους που θεωρούσαν τους εαυτούς τους μαρξιστές-λενινιστές, αλλά και το γεγονός πως οι Ταξιαρχίες έδρασαν επί της ουσίας μόνες τους από την αρχή έως το τέλος χωρίς δεσμούς, επιχειρησιακούς/εκπαίδευσης κτλ με άλλες οργανώσεις εκτός Ιταλίας. Εντυπωσιακή είναι και η, κατά τα λεγόμενα της Μπραγκέτι και μέσα από τα διάφορα περιστατικά και ονόματα που αναφέρει, συμμετοχή εργατών, κύρια της FIAT στην οργάνωση αλλά και η δήλωση της Μπραγκέτι πως δεν υπήρχε ο ένας εγκέφαλος/αρχηγός της οργάνωσης τον οποίον έψαχνε το κράτος, και που τον «βρήκε» στο πρόσωπο του Τόνι Νέγκρι.

Πάρα πολύ ενδιαφέρον κατά την άποψή μου είναι η περιγραφή της άλλης πλευράς, της συστημικής. Πως μέσα από τη στρατηγική της έντασης πολύ σύντομα μετέτρεψαν την Ιταλία σε μια αυταρχική κοινωνία υπό επιτήρηση, με αποτέλεσμα την διάλυση του κινήματος (και όχι μόνο των Ερυθρών Ταξιαρχιών) αποκόπτοντας σιγά-σιγά την επαφή του με ευρύτερες μάζες φίλων και συμπαθούντων, με καταστολή και περιστολή δικαιωμάτων και ελευθεριών. Επίσης η καταδική σε θάνατο του Μόρο όχι από τις Ε.Τ. αλλά από το ίδιο το σύστημα, τους φίλους του Μόρο (πολιτικούς και προσωπικούς) προκειμένου στη μάχη με τις Ταξιαρχίες να βγει το σύστημα νικητής κι ας βαφόταν αυτή με το αίμα του Μόρο, κάτι το οποίο πέτυχε. Επίσης ο ρόλος του ΚΚΙ σε αυτή την μάχη με το σύστημα και η πλήρης συμπαράταξή του με τις δυνάμεις του συστήματος είναι επίσης εξαιρετικά σημαντική και ενδιαφέρουσα πτυχή που αναδεικνύει η συγγραφέας.

ΥΓ Οι θαμώνες της Λ.Δ. των Εξαρχείων μπορούν να το προμηθευτούν στην εξαιρετική τιμή των 3 ευρώ από το βιβλιοπωλείο Τέλειος Κύκλος.

Βιβλιοκριτική: «Γεώργιος Νέγρος: Ο Τίγρης του Αιγαίου» του Τέου Ρόμβου

Δεκέμβριος 25, 2012 Σχολιάστε

Γεώργιος Νέγρος: Ο Τίγρης του Αιγαίου

Τέος Ρόμβος

Πανοπτικόν

2012

Image

Πρόκειται για το τελευταίο μυθιστόρημα του αγαπημένου φίλου Τέου Ρόμβο. Η ανάγνωσή του υπήρξε ανορθόδοξη αφού πρώτα άκουσα τι είχαν να πουν γι αυτό άλλοι αλλά κυρίως ο ίδιος ο Τέος κατά τη διάρκεια της βιβλιοπαρουσίασης που έλαβε μέρος στο Αυτόνομο Στέκι πρόσφατα κι έπειετα το διάβασα. Ως εκ τούτου όσο κι αν προσπαθούσα να το διαβάσω υπό το δικό μου αυτόνομο πρίσμα η συζήτηση που είχε προηγηθεί τριγυρνούσε στο μυαλό μου.

Η γραφή. Απλά εξαιρετική, μου θύμησε τη ντοπιολαλιά των προγόνων μου πίσω στη μεγαλόνησο σε τέτοιο βαθμό που εάν δεν ήξερα τον συγγραφέα θα νόμιζα πως γράφτηκε από κάποιο γλωσσολόγο ειδικευμένο στις νησιωτικές διαλέκτους.

Ο χωροχρόνος. Μια ανθρωπο(γεω)γραφία του Αιγαίου δυο αιώνες πριν. Ανασύνθεση των νησιών, των χωριών και πόλεων και κυρίως των ανθρώπων, όχι μόνο ως άτομα αλλά και των οικονομικών και κοινωνικών συσσωματώσεων της εποχής με αναφορές στη διάταξη των δυνάμεων, τόσο των εξωγενών (ξένες δυνάμεις, οθωμανική αυτοκρατορία, ελληνικό κράτος) όσο και των ενδογενών εντός των τοπικών (νησιωτικών) κοινωνιών.

Το θέμα. Ένας πειρατής, ο Γεώργιος Νέγρος, αφηγείται…Μέσα από την αφήγηση ο Νέγρος δεν εξιστορεί απλά τις περιπέτειες του και αυτές των συντρόφων του αλλά τη σχέση του με την εξουσία, την αλληλεγγύη, την απέχθεια προς τη βία ασχέτως εάν είναι αναγκαία. Η ιστορία του Νέγρου, υπαρκτού προσώπου, και αυτή του συγγραφέα συναντιούνται. Δυο ανυπότακτα πνεύματα εξιστορούν μια και μοναδική ιστορία. Η ζωή, τα βιώματα και οι ιδέες του ενός αποτελούν το προϊόν αφήγησης του άλλου. Μια ενδιαφέρουσα πτυχή αποτελεί η αρχική στάση του Νέγρου έναντι των Ελλήνων, μιας και όντας καταπιεσμένοι θεωρούσε πως θα έπαιρναν θέση δίπλα του ενάντια στους καταπιεστές. Κάτι το οποίο δεν ίσχυσε μέχρι τέλους και βλέπουμε μια μεταστροφή του Νέγρου λίγο πριν το τέλος όταν αντιλαμβάνεται πως η προδοσία ή η αλληλεγγύη είναι παντελώς ανεξάρτητη από την εθνική καταγωγή.

Εάν επιμείνει κάποιος στα στοιχεία της γλώσσας, της αναπαράστασης του Αιγαίου ή και της πειρατείας παρότι όντως φαντάζουν εκ πρώτης όψεως να παίζουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο έργο του Ρόμβου έχει χάσει την ουσία. Ο Ρόμβος προσπαθεί μέσα από τις σελίδες του βιβλίου να αναδείξει τη συλλογικότητα αλλά και τα χαρακτηριστικά της αλληλεγγύης και της πάλης ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας αλλά και ενάντια στο φετιχισμό της βίας. Μόνο με αυτό τον τρόπο η ουτοπία παραμένει ζωντανή και ίσως πάψει μια μέρα να αποτελεί ουτοπία.

ΥΓ Όταν ήμουν μικρός πάντα ήθελα το πειρατικό καράβι των Lego. Η πολυεθνική των παιχνιδιών πιθανώς μετά από έρευνες αναγνώρισε πως η ανυπότακτη φύση της παιδικότητας θα οδηγούσε τα παιδιά στο να επιλέγουν το πειρατικό από το καράβι των διωκτών τους και ως εκ τούτου το κοστολογούσε πιο ακριβό. Έτσι κατέληξα με το καράβι των “καλών”, που ήταν πιο φθηνό και κομφορμιστικό, άνευ φαντασίας…από τότε είχα ένα αποθημένο σε σχέση με τους πειρατές και εν μέρει ικανοποιήθηκε από την ανάγνωση του βιβλίου. Ευχαριστώ Τέο!

ΥΓ2 Ένα πολύ μεγάλο κομμάτι των πρωτογενών πηγών που χρησιμοποιήθηκαν για τη συγγραφή του βιβλίου έγιναν διαθέσιμες από τον συγγραφέα στο προσωπικό του ιστολόγιο http://romvos.wordpress.com και αποδεικνύει για άλλη μια φορά στην πράξη μια βασική ρήση που θεωρώ πως τον χαρακτηρίζει βάση της σύντομης γνωριμίας μας, και αυτή δεν είναι άλλη από την omnia sunt communia.

Όλοι μαζί, τώρα!

Δεκέμβριος 24, 2012 Σχολιάστε

Όλοι μαζί, τώρα!

Γιώργος Κοτανίδης

Καστανιώτης

 2011 


Image

 

Στην πρώτη βιβλιοπαρουσίαση της αυτοβιογραφίας του, στο Κέντρο Λόγου και Τέχνης 104, ο Γιώργος Κοτανίδης ανέφερε ως προς τους λόγους που τον ώθησαν στη συγγραφή της τα εξής: «Με βασάνιζε ένα παρελθόν και ήθελα να το βάλω σε τάξη». Παρότι αδύνατο να γνωρίζουμε κατά πόσο τα κατάφερε να το βάλει σε τάξη, είναι τουλάχιστον ορατή η αναμέτρηση του Κοτανίδη με το παρελθόν του από την πρώτη έως και την τελευταία σελίδα.


Η στρατευμένη τέχνη, αλλά κυρίως η (πολιτική) στράτευση εναντίον της τέχνης και αντίστροφα, βρίσκονται σε μια συνεχή διαπάλη μέσα του για μια τουλάχιστον δεκαετία. Ενίοτε αυτό το δίπολο το βάζει αντιπαραθετικά ο ίδιος, κάποτε όμως τίθεται από τρίτους, τους συντρόφους στο ΕΚΚΕ (Επαναστατικό Κομμουνιστικό Κίνημα Ελλάδας) ή τους συνεργάτες του στο (Ελεύθερο) Θέατρο. Ως εκ τούτου, είναι απολύτως φυσικό αυτό το δίπολο να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην αφήγησή του.


Το έργο βρίθει αναφορών σε συναδέλφους, συντρόφους, αλλά και ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών οι οποίοι με διαφορετικό τρόπο και για διαφορετικούς λόγους καθόρισαν το είναι του. Ενδιαφέρον έχει η προσπάθεια του συγγραφέα να κάνει όχι μόνο εκ των υστέρων κρίσεις για πρόσωπα και γεγονότα, αλλά και η ταυτόχρονη προσπάθειά του να παρουσιάσει το τότε υπόβαθρο των εκάστοτε πράξεων. 


Το Όλοι μαζί, τώρα! είναι ένα βιβλίο που διαρκώς ακροβατεί. Μεταξύ ατομικού και συλλογικού, θεάτρου και πολιτικής –ή καλύτερα, κουλτούρας κι επανάστασης–, λογοτεχνίας και δοκιμίου, μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Προσπαθεί να κρατήσει μια ισορροπία που να μην αδικεί καμιά πτυχή της ζωής του. Θα έλεγε κανείς πως βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Τάσου Δαρβέρη, όπου ο συγγραφέας μετασχηματίζει τα πάντα γύρω από το προσωπικό ή αντιθέτως, την αυτοβιογραφία του Στέργιου Κατσαρού, η οποία έχει γραφτεί υπό το δόγμα «τα πάντα είναι πολιτική». Μια συνεχής ταλάντευση μεταξύ Μπρεχτ και Μάο Τσετούνγκ, όπου η μια ή η άλλη επιλογή ήταν πάντα επώδυνη. 


Είναι εμφανές πως ο συγγραφέας δεν περιορίζεται στην από μνήμης εξιστόρηση των γεγονότων, αλλά πως έχει ανατρέξει σε πηγές για να ενισχύσει και να τεκμηριώσει τις μνήμες αυτές. Έτσι αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία ένα πόνημα για μια περίοδο της σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδας η οποία δεν έχει ακόμη μελετηθεί ενδελεχώς, αυτή των δεκαετιών 1960-1970 και κύρια για την περίοδο της δικτατορίας. Παρά τον πλούτο των πληροφοριών, η ρέουσα λογοτεχνική γραφή του Κοτανίδη μαγνητίζει τον αναγνώστη και κάνει το βιβλίο να διαβάζεται απνευστί!


Πέραν των συμβάντων που ανήκουν στη σφαίρα του προσωπικού και τα οποία περιγράφει, υπάρχει μόνιμη παρουσίαση του κοινωνικού γίγνεσθαι και της επίδρασής του πάνω στον συγγραφέα, από τη δολοφονία του Λαμπράκη στην οποία παρολίγο να υπάρξει αυτόπτης μάρτυρας και τη δράση της ΕΚΟΦ, μέχρι τη δικτατορία. 


Στις σελίδες του βιβλίου ο Κοτανίδης εξιστορεί την πρώτη παράσταση αλλά και την εξέλιξη του Ελεύθερου Θεάτρου, τη σύντομη –αλλά γεμάτη εμπειρίες και φιλίες– φοιτητική ζωή του στη Θεσσαλονίκη, τη φοίτηση στο Εθνικό Θέατρο και συνάμα τη ζωή στην Αθήνα μέσα από τα μάτια ενός νέου της εποχής, τη ζωή στη δικτατορία ως πολιτικό υποκείμενο ενάντια σε ένα φασιστικό καθεστώς, ως καλιτέχνης ενάντια σε ένα σύστημα αυταρχισμού και λογοκρισίας, ως ένας νέος άνθρωπος που ονειρεύεται τα πάντα ενάντια σε αυτούς που προσπαθούν να του στερήσουν και το παραμικρό.


Αναφέρεται τόσο στη δράση του ΕΚΚΕ και του Ελεύθερου Θεάτρου –τις διηγήσεις για το οποίο συνοδεύει σπάνιο φωτογραφικό υλικό από παραστάσεις της περιόδου– όσο και στη δραστηριότητα των εκδόσεων Κείμενα του Φίλιππου Βλάχου με τον οποίο συνδεόταν φιλικά και που έπαιξε καταλυτικό ρόλο τόσο για τη «γνωριμία» του ιδίου με τον Χουρμούζη όσο και του Ελεύθερου Θεάτρου με τον Πέτρο Μάρκαρη. Μέσα από τις αλλεπάλληλες ιστορίες περί πολιτισμού και πολιτική περιγράφει την καθημερινότητα των νέων της περιόδου, μια καθημερινότητα τελείως διαφορετική από τη σημερινή. Ακόμη, περιγράφει τη σύλληψή του και τα βασανιστήρια, τη ζωή με τους συγκρατούμενούς του, όπως ο Χρόνης Μίσσιος και ο Αντώνης Λιάκος, και τις σχέσεις με τους δεσμοφύλακες, «καλούς» και κακούς. Στη φυλακή η μεγαλύτερη κόντρα την οποία περιγράφει –παρότι το ΚΚΕ είχε ήδη διασπαστεί, εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις είχαν σχηματιστεί από καιρό και άρα οι συζητήσεις για το ποια θα πρέπει να είναι η μορφή του αντιδικτατορικού αγώνα είχαν φουντώσει–, ήταν για τον ποδοσφαιρικό τελικό του Κυπέλου Ελλάδας, ανάμεσα στον Ολυμπιακό του εφοπλιστή Γουλανδρή και τον αδικημένο ΠΑΟΚ. Ο Κοτανίδης ως ΠΑΟΚτζής αλλά και πολιτικό υποκείμενο, μαζί με τους υπόλοιπους συγκρατούμενους οπαδούς της ομάδας του βορρά –ή αντιπάλους της ομάδας του λιμανιού– έδωσαν πολιτική χροιά στην επιλογή τους, δηλώνοντας γραπτά «ΠΑΟΚ, μεγάλη προλεταριακή ομάδα, σκίσε το εφοπλιστικό κεφάλαιο». Αυτή είναι μόνο μια από τις χιουμοριστικές ιστορίες με τις οποίες διανθίζει το βιβλίο ο Κοτανίδης και που δείχνουν την ανθρώπινη διάσταση μιας εν πολλοίς απάνθρωπης περιόδου, όπως αυτή της δικτατορίας των συνταγματαρχών.


Τα χρόνια που εξιστορεί ο Κοτανίδης συνοψίζονται, άθελά του ίσως, στην ίδια την αφιέρωση που κάνει πριν καλά-καλά ξεκινήσει την αφήγησή του, όταν αναφέρεται στους «συνεργάτες του Ελεύθερου Θεάτρου που πίστεψαν στο όραμα της ομαδικότητας» και «[σ]τους συντρόφους του ΕΚΚΕ που πίστεψαν στην επαναστατική ουτοπία». Η ομαδικότητα/συλλογικότητα, πολιτική, πολιτιστική ακόμη και κοινωνική, μιας και οι συγκατοικήσεις, οι παραχωρήσεις καταλυμάτων προς πάσα χρήση σε φίλους, συναδέλφους και συντρόφους και τα σπίτια-κέντρα διερχομένων αποτελούσαν τότε τον κανόνα κι όχι την εξαίρεση, είναι το κεφάλαιο που περιγράφει ο συγγραφέας και που αναλογίες του μπορούν να βρεθούν για το σύνολο της (ελληνικής) νεολαίας που ριζοσπαστικοποιήθηκε στα χρόνια των δεκαετιών ’60-’70.

Βιβλιοπαρουσίαση που δημοσιεύτηκε στο ένθετο «Δρόμοι της Ιστορίας», με την εφημερίδα Δρόμος, στις 8 Δεκεμβρίου 2012.

 

 

 
 

ΔΙΑΣΥΡΜόΣ ή Κάθαρσις

Οκτώβριος 23, 2012 Σχολιάστε

 ΔΙΑΣΥΡΜόΣ

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Εστία

2012

Image

Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης στο Διασυρμό, το νέο του μυθιστόρημα(;), (κατα)γράφει σκηνές/στιγμές από το παρελθόν του. Δεν ωραιοποιεί, ούτε νοσταλγεί αλλά ούτε και μετανοιώνει. Αυτοσαρκάζεται, ξεθάβει πρόσωπα και γεγονότα σε ένα flashback χωρίς ανάσα. Από τις σελίδες του βιβλίου παρνάνε τα πάντα, ο ίδιος, οι φίλοι του και οι γνωστοί του, γυναίκες και βιβλία, στέκια και αλκοολούχα ποτά. Ένα flashback που δεν φαίνεται να έχει ως στόχο το παρελθόν αλλά το μέλλον. Φτάνοντας στην τελευταία τελεία του Διασυρμού, ο Ίκαρος Μπαμπασάκης μου δίνει την αίσθηση πως ο ίδιος έχει ήδη γυρίσει σελίδα…

ΥΓ1 Εξαιρετικό εξώφυλλο

ΥΓ2 Ο Διασυρμός μοιάζει τέλειο συμπλήρωμα του Hotel Hegel που κυκλοφόρησε πρόσφατα, από τις εκδόσεις Αρμός, με τα ποιήματα του ΓΙΜ της περιόδου 1976-2006.