Αρχείο

Posts Tagged ‘ΕΚΚΕ’

Όλοι μαζί, τώρα!

Δεκέμβριος 24, 2012 Σχολιάστε

Όλοι μαζί, τώρα!

Γιώργος Κοτανίδης

Καστανιώτης

 2011 


Image

 

Στην πρώτη βιβλιοπαρουσίαση της αυτοβιογραφίας του, στο Κέντρο Λόγου και Τέχνης 104, ο Γιώργος Κοτανίδης ανέφερε ως προς τους λόγους που τον ώθησαν στη συγγραφή της τα εξής: «Με βασάνιζε ένα παρελθόν και ήθελα να το βάλω σε τάξη». Παρότι αδύνατο να γνωρίζουμε κατά πόσο τα κατάφερε να το βάλει σε τάξη, είναι τουλάχιστον ορατή η αναμέτρηση του Κοτανίδη με το παρελθόν του από την πρώτη έως και την τελευταία σελίδα.


Η στρατευμένη τέχνη, αλλά κυρίως η (πολιτική) στράτευση εναντίον της τέχνης και αντίστροφα, βρίσκονται σε μια συνεχή διαπάλη μέσα του για μια τουλάχιστον δεκαετία. Ενίοτε αυτό το δίπολο το βάζει αντιπαραθετικά ο ίδιος, κάποτε όμως τίθεται από τρίτους, τους συντρόφους στο ΕΚΚΕ (Επαναστατικό Κομμουνιστικό Κίνημα Ελλάδας) ή τους συνεργάτες του στο (Ελεύθερο) Θέατρο. Ως εκ τούτου, είναι απολύτως φυσικό αυτό το δίπολο να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην αφήγησή του.


Το έργο βρίθει αναφορών σε συναδέλφους, συντρόφους, αλλά και ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών οι οποίοι με διαφορετικό τρόπο και για διαφορετικούς λόγους καθόρισαν το είναι του. Ενδιαφέρον έχει η προσπάθεια του συγγραφέα να κάνει όχι μόνο εκ των υστέρων κρίσεις για πρόσωπα και γεγονότα, αλλά και η ταυτόχρονη προσπάθειά του να παρουσιάσει το τότε υπόβαθρο των εκάστοτε πράξεων. 


Το Όλοι μαζί, τώρα! είναι ένα βιβλίο που διαρκώς ακροβατεί. Μεταξύ ατομικού και συλλογικού, θεάτρου και πολιτικής –ή καλύτερα, κουλτούρας κι επανάστασης–, λογοτεχνίας και δοκιμίου, μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Προσπαθεί να κρατήσει μια ισορροπία που να μην αδικεί καμιά πτυχή της ζωής του. Θα έλεγε κανείς πως βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Τάσου Δαρβέρη, όπου ο συγγραφέας μετασχηματίζει τα πάντα γύρω από το προσωπικό ή αντιθέτως, την αυτοβιογραφία του Στέργιου Κατσαρού, η οποία έχει γραφτεί υπό το δόγμα «τα πάντα είναι πολιτική». Μια συνεχής ταλάντευση μεταξύ Μπρεχτ και Μάο Τσετούνγκ, όπου η μια ή η άλλη επιλογή ήταν πάντα επώδυνη. 


Είναι εμφανές πως ο συγγραφέας δεν περιορίζεται στην από μνήμης εξιστόρηση των γεγονότων, αλλά πως έχει ανατρέξει σε πηγές για να ενισχύσει και να τεκμηριώσει τις μνήμες αυτές. Έτσι αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία ένα πόνημα για μια περίοδο της σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδας η οποία δεν έχει ακόμη μελετηθεί ενδελεχώς, αυτή των δεκαετιών 1960-1970 και κύρια για την περίοδο της δικτατορίας. Παρά τον πλούτο των πληροφοριών, η ρέουσα λογοτεχνική γραφή του Κοτανίδη μαγνητίζει τον αναγνώστη και κάνει το βιβλίο να διαβάζεται απνευστί!


Πέραν των συμβάντων που ανήκουν στη σφαίρα του προσωπικού και τα οποία περιγράφει, υπάρχει μόνιμη παρουσίαση του κοινωνικού γίγνεσθαι και της επίδρασής του πάνω στον συγγραφέα, από τη δολοφονία του Λαμπράκη στην οποία παρολίγο να υπάρξει αυτόπτης μάρτυρας και τη δράση της ΕΚΟΦ, μέχρι τη δικτατορία. 


Στις σελίδες του βιβλίου ο Κοτανίδης εξιστορεί την πρώτη παράσταση αλλά και την εξέλιξη του Ελεύθερου Θεάτρου, τη σύντομη –αλλά γεμάτη εμπειρίες και φιλίες– φοιτητική ζωή του στη Θεσσαλονίκη, τη φοίτηση στο Εθνικό Θέατρο και συνάμα τη ζωή στην Αθήνα μέσα από τα μάτια ενός νέου της εποχής, τη ζωή στη δικτατορία ως πολιτικό υποκείμενο ενάντια σε ένα φασιστικό καθεστώς, ως καλιτέχνης ενάντια σε ένα σύστημα αυταρχισμού και λογοκρισίας, ως ένας νέος άνθρωπος που ονειρεύεται τα πάντα ενάντια σε αυτούς που προσπαθούν να του στερήσουν και το παραμικρό.


Αναφέρεται τόσο στη δράση του ΕΚΚΕ και του Ελεύθερου Θεάτρου –τις διηγήσεις για το οποίο συνοδεύει σπάνιο φωτογραφικό υλικό από παραστάσεις της περιόδου– όσο και στη δραστηριότητα των εκδόσεων Κείμενα του Φίλιππου Βλάχου με τον οποίο συνδεόταν φιλικά και που έπαιξε καταλυτικό ρόλο τόσο για τη «γνωριμία» του ιδίου με τον Χουρμούζη όσο και του Ελεύθερου Θεάτρου με τον Πέτρο Μάρκαρη. Μέσα από τις αλλεπάλληλες ιστορίες περί πολιτισμού και πολιτική περιγράφει την καθημερινότητα των νέων της περιόδου, μια καθημερινότητα τελείως διαφορετική από τη σημερινή. Ακόμη, περιγράφει τη σύλληψή του και τα βασανιστήρια, τη ζωή με τους συγκρατούμενούς του, όπως ο Χρόνης Μίσσιος και ο Αντώνης Λιάκος, και τις σχέσεις με τους δεσμοφύλακες, «καλούς» και κακούς. Στη φυλακή η μεγαλύτερη κόντρα την οποία περιγράφει –παρότι το ΚΚΕ είχε ήδη διασπαστεί, εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις είχαν σχηματιστεί από καιρό και άρα οι συζητήσεις για το ποια θα πρέπει να είναι η μορφή του αντιδικτατορικού αγώνα είχαν φουντώσει–, ήταν για τον ποδοσφαιρικό τελικό του Κυπέλου Ελλάδας, ανάμεσα στον Ολυμπιακό του εφοπλιστή Γουλανδρή και τον αδικημένο ΠΑΟΚ. Ο Κοτανίδης ως ΠΑΟΚτζής αλλά και πολιτικό υποκείμενο, μαζί με τους υπόλοιπους συγκρατούμενους οπαδούς της ομάδας του βορρά –ή αντιπάλους της ομάδας του λιμανιού– έδωσαν πολιτική χροιά στην επιλογή τους, δηλώνοντας γραπτά «ΠΑΟΚ, μεγάλη προλεταριακή ομάδα, σκίσε το εφοπλιστικό κεφάλαιο». Αυτή είναι μόνο μια από τις χιουμοριστικές ιστορίες με τις οποίες διανθίζει το βιβλίο ο Κοτανίδης και που δείχνουν την ανθρώπινη διάσταση μιας εν πολλοίς απάνθρωπης περιόδου, όπως αυτή της δικτατορίας των συνταγματαρχών.


Τα χρόνια που εξιστορεί ο Κοτανίδης συνοψίζονται, άθελά του ίσως, στην ίδια την αφιέρωση που κάνει πριν καλά-καλά ξεκινήσει την αφήγησή του, όταν αναφέρεται στους «συνεργάτες του Ελεύθερου Θεάτρου που πίστεψαν στο όραμα της ομαδικότητας» και «[σ]τους συντρόφους του ΕΚΚΕ που πίστεψαν στην επαναστατική ουτοπία». Η ομαδικότητα/συλλογικότητα, πολιτική, πολιτιστική ακόμη και κοινωνική, μιας και οι συγκατοικήσεις, οι παραχωρήσεις καταλυμάτων προς πάσα χρήση σε φίλους, συναδέλφους και συντρόφους και τα σπίτια-κέντρα διερχομένων αποτελούσαν τότε τον κανόνα κι όχι την εξαίρεση, είναι το κεφάλαιο που περιγράφει ο συγγραφέας και που αναλογίες του μπορούν να βρεθούν για το σύνολο της (ελληνικής) νεολαίας που ριζοσπαστικοποιήθηκε στα χρόνια των δεκαετιών ’60-’70.

Βιβλιοπαρουσίαση που δημοσιεύτηκε στο ένθετο «Δρόμοι της Ιστορίας», με την εφημερίδα Δρόμος, στις 8 Δεκεμβρίου 2012.

 

 

 
 
Advertisements